ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ
ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΙΑΤΙΣΤΑΣ
Σεπτέμβριος 2026
Ἕνα κάθε μήνα.
Ἀγαπητό μου παιδί,
«Σ’ ἕνα νησί τῶν Κυκλάδων ζοῦσε κάποιος ἡλικιωμένος, παλιός καπετάνιος, κοσμογυρισμένος. Ἦταν στά τελευταῖα του. Ἄρρωστος, χειμῶνα καιρό. Φωνάζει κάποια στιγμή τήν ἐγγονή του νά ἔρθει γιά νά ἀνοίξει τό παράθυρο, στό δωμάτιο ὅπου βρισκόταν.
– Μά, παππού, θά κρυώσεις, τοῦ λέει ἡ ἐγγονή.
– Ἄνοιξέ το σοῦ λέω, τῆς προστάζει μέ μιά βαριά φωνή.
Καί ἡ ἐγγονή ἀνοίγει τό παράθυρο διάπλατα. Ἀνασηκώνεται δύσκολα ὁ γέρος στό κρεβάτι του. Βάζει ὅλες τίς δυνάμεις του. Φτύνει πρός τά ἔξω, καί λέει:
Φτοῦ σου, κόσμε ψεύτη!… καί πέφτει πίσω στό κρεβάτι καί πεθαίνει.»
Τί ἄραγε νά περίμενε ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, ὁ θαλασσοδαρμένος αὐτός νησιώτης; Γύρισε τόν κόσμο ὅλο. Γνώρισε πολλά. Ἔζησε πολλά. Ἔπαθε πολλά. Ἔγινε ὅ,τι ἔγινε. Ἴσως περίμενε πολλά. Ἴσως κάποτε, νέος κι αὐτός, νά εἶχε κάνει ὄνειρα γιά τή ζωή του. Ἴσως ἀργότερα, ὥριμος, νά θέλησε νά τά πραγματοποιήσει. Ἴσως οἱ ἐπιθυμίες καί τά ὄνειρά του νά πραγματοποιήθηκαν, ἴσως ὄχι. Πάντως ὅλα ἔφθαναν σέ ἕνα τέλος. Κι αὐτός δέν τό εἶχε πιστέψει. Δέν τό εἶχε ἀποδεχτεῖ. Δέν τό ἤθελε. Ὅλα εἶχαν ἕνα τέλος…
Ὅλη του ἡ ζωή ἦταν γι’ αὐτόν ἕνα ὄνειρο, μιά ματαιότητα, κάτι πού πέρασε. Καί τί ἔμεινε; Τίποτα; Ὁ γέρος ἔτσι τά εἶδε. Καί ἀπογοητευμένος ἔφυγε ἀπό αὐτή τή ζωή.
Ἄν ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητό μου παιδί, ἦταν πλασμένος μόνο γι’ αὐτή τή ζωή, μόνο γι’ αὐτόν τόν κόσμο, θά ἦταν τό πιό ἀξιολύπητο ὄν. Ὅλα τά ἄλλα ἔμβια ὄντα ἔχουν ὡς σκοπό ὑπάρξεως αὐτόν τόν χρόνο καί αὐτόν τόν χῶρο. Καί ἔρχονται στήν ὕπαρξη μέ ὅλα ὅσα χρειάζονται. Ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σ’ αὐτή τή ζωή τελείως γυμνός, ἀδύναμος καί ὑποκείμενος σέ πάμπολλους κινδύνους. Ἔρχεται ὄχι ὡς ἰθαγενής τῆς γῆς ἀλλά ὡς φιλοξενούμενος σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Ξεκινᾶ μέν ἀπό τή γῆ, ἀλλά τό τέλος ὁ σκοπός του εἶναι νά ξεκολλήσει ἀπό αὐτήν καί νά ἐκτοξευθεῖ στόν Οὐρανό. Νά διαρρήξει τά δεσμά τοῦ χρόνου καί τοῦ χώρου καί νά ὑψωθεῖ στήν αἰωνιότητα καί τήν ἀφθαρσία.
Ἀγαπητό μου παιδί, μήν κάνεις τό λάθος αὐτοῦ τοῦ γέρου, τό λάθος τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, πού νομίζουν ὅτι ἀναδύθηκαν ἀπό τή γῆ καί θά ἐπιστρέψουν σ’ αὐτήν. Κάποτε θά δεῖς τήν ματαιότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί θά ἀπογοητευθεῖς. Ὅμως θά ἔχεις ζημιώσει φοβερά τόν ἑαυτό σου. Ἄκου τή διαχρονική ρήση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Οὐ γάρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ΙΓ΄14) Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουμε ἐδῶ στή γῆ μόνιμη κατοικία, ἀλλά μέ πολύ πόθο ζητοῦμε τή μελλοντική κατοικία.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτή πού θά σοῦ δείξει αὐτή τήν «μέλλουσαν πόλιν». Θά σοῦ νοηματίσει τή ζωή. Θά σοῦ δώσει τήν ἀληθινή χαρά καί τήν ἀληθινή ἐλπίδα. Θά σέ ὁδηγήσει στόν ἀληθινό σκοπό. Θά σέ χειραγωγήσει ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ», πού εἶσαι πλασμένος, στό «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ».
Σ’ εὐχαριστῶ πολύ πού μέ ἄκουσες.
(†) Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Λ. Βασιλείου






