Ἕνα κάθε μήνα Μαρτίου 2020

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ
ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΙΑΤΙΣΤΑΣ 

      Μεγάλη Τεσσαρακοστή 2020

Ἀγαπητοί μου Ἐνορίτες,

Σᾶς προσφωνῶ, γαπητούς μου νορίτες, γνωρίζοντας τό ὕψος καί τό βάθος καί τήν ἔκταση αὐτῆς τῆς ἐκφράσεως. Χωρίς νά θέλω νά γράψω πραγματεία ἤ σύγγραμμα, θά ἤθελα πολύ συντόμως νά παρουσιάσω στήν ἀγάπη σας τό μέγεθος αὐτῆς τῆς πραγματικότητας, πού ὀνομάζεται «νορία», ὥστε νά γνωρίζει ὁ κάθε χριστιανός – ἐνορίτης τί εναι νορία καί ποιά θά πρέπει νά εναι σχέση μας καί στάση μας πρός τήν Ἐνορία.

Κατ’ ἀρχήν, ὅταν χειροτονεῖται κάποιος πιστός σέ Πρεσβύτερο, κατά τήν ὥρα τῆς χειροτονίας του παίρνει ἀπό τόν Ἐπίσκοπο πού τόν χειροτονεῖ κάποια δικαιώματα, διά τῶν εὐχῶν τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας. Λέει σέ μία εὐχή κατά τήν χειροτονία: «παρεστάναι μέμπτως τῷ θυσιαστηρίῳ σου, κηρύσσειν τό Εαγγέλιον τς Βασιλείας σου, ερουργεν τόν λόγον τς ληθείας σου, προσφέρειν σοι δρα καί θυσίας πνευματικάς, νακαινίζειν τόν λαόν σου διά τς το λουτρο τς παλιγγενεσίας».

Δηλαδή, τό πρωταρχικό καθῆκον καί ἡ ὑποχρέωση ἀλλά καί τό δικαίωμα τοῦ Πρεσβυτέρου – Ἐφημέριου εἶναι νά τελεῖ τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἐνορίας, στήν ὁποία τοποθετεῖται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο. Διά τῆς χειροτονίας ὁ Πρεσβύτερος γίνεται ερέας τς νορίας ἀντί τοῦ Ἐπισκόπου, καί μέ ἀδιάσπαστη ἑνότητα μαζί του (sacerdos). Ὁ Ἱερέας, λοιπόν, ἁγιάζει τούς ἐνορίτες διά τῆς Θείας λατρείας, διά τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, διά τῆς προσφορᾶς δώρων καί θυσιῶν πνευματικῶν, δι’ ὅλων τῶν μυστηρίων, προηγουμένου τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος. Μέ ὅλα αὐτά, ὅλοι ὅσοι ἔρχονται στόν Ναό καί μετέχουν στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας γίνονται μαζί μέ τόν Ἱερέα, κκλησία, δηλαδή γίνονται Σμα Χριστο!

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι « ησος Χριστός παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνες», ὁ ὁποῖος Ἰησοῦς Χριστός «χθές καί σήμερον εναι ατός καί ες τούς αῶνας». Ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή, ἔχει δική της λειτουργική ζωή καί παράδοση, πού διαμορφώνουν τό ἦθος τῶν μελῶν της, ὅλων τῶν πιστῶν.

Ὅταν ὁ νορίτης γνωρίζει αὐτά καί τά βιώνει, τότε κινεῖται πρός τό «καθ’ μοίωσιν Θεο», πρός τήν σωτηρία, βαδίζει πρός τήν θέωση.

Ὅμως, γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά πραγματικότητα, θά πρέπει νά κατανοήσουμε τήν ἔννοια το φημερίου τῆς νορίας ς ποιμένος το λαο το Θεο, τόν ὁποῖο λαό, καλεῖται ἐκεῖνος νά διακονήσει.

ερέας ἐκλέγεται καί χειροτονεῖται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, γιά μία συγκεκριμένη νορία, τῆς ὁποίας τά μέλη γίνονται τά πνευματικά τέκνα του. Γι’ αὐτό ἀπό τή στιγμή ἐκείνη τόν προσφωνοῦν «πάτερ», δηλαδή πατέρα μου, καί ἐκεῖνος προσφωνεῖ τά μέλη τῆς Ἐνορίας «τέκνα», δηλαδή παιδιά μου. Ἐκεῖνος εἶναι ποιμένας τς νορίας καί οἱ ἐνορίτες τά λογικά πρόβατα, τά ὁποῖα, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, «καλε κατ’ νομα» καί τά ὁποῖα «κον τήν φωνήν του, καί ταν μπροσθεν ατν πορεύεται, τόν κολουθον, διότι γνωρίζουν τήν φωνήν του». (Ἰωάνν. Ι΄ 4-5)

Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ νορία; 

Ἡ λέξη, ὁ ὅρος νορία, παράγεται ἀπό τό ἐπίθετο νόριος καί σημαίνει ἱστορικά, τόν χῶρο ἐντός τῶν ὁρίων, μία καθορισμένη περιοχή ἤ τοπική περιφέρεια. Ἡ νορία εἶναι ἡ κκλησιαστική περιφέρεια ἑνός Ναοῦ (ἐνοριακοῦ), ἀπό τόν ὁποῖο ἀντλεῖ καί τό ὄνομά της, (π.χ. Ἐνορία τοῦ Ἁγίου Νικολάου), ὅπως ἀντλοῦν τό ὄνομά τους καί τό σύνολο τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν στήν ἴδια περιφέρεια καί συνέρχονται γιά τίς ἐκκλησιαστικές συνάξεις στόν Ἐνοριακό Ναό (π.χ. Ἐνορίτης τοῦ Ἁγίου Νικολάου).

νορία εἶναι ὁ πυρήνας τῆς ποιμαντικς καί διοικητικς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὡς «σώματος Χριστο» καί ν Χριστ κοινωνίας. Ὁ πιστός ζεῖ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας στή ζωή καί πράξη τῆς νορίας του, μέσα στήν ὁποία, ἀγωνιζόμενος καί ἁγιαζόμενος, ἑνώνεται μέ τόν Χριστό, τόν Κύριο τῆς Ἐκκλησίας, καί τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς του. Ἔτσι, πραγματοποιεῖ συνεχῶς τήν ἐν Χριστῷ ὕπαρξη καί ἐκκλησιαστικότητά του. Ζεῖ μέσα στόν Χριστό, ζεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

νορία εἶναι τό βασικό εὐχαριστιακό «κύτταρο», χωρίς τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία.

Σέ κάθε τέλεση Θείας Εχαριστίας, «παρών εναι λος Χριστός, καί χι πλς να τμμα του, τσι, στε, ταν τοπική νορία τελε τά Θεῖα Μυστήρια, κφράζει κατά τρόπο ρατό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί ποστολική κκλησία, στήν λότητά της». (Κάλλιστος Ware Ἐπίσκοπος Διοκλείας). Ὁπότε, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ζωή μας πρέπει νά εναι ρρηκτα δεμένη μέ τήν κύρια τακτική τέλεση τς Θείας Λειτουργίας, στόν τοπικό νοριακό Ναό. Ὅπως καί τίς κατά τόπους μοναστικές κοινότητες, ἡ ζωή τῶν μοναζόντων πρέπει νά εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μέ τήν κύρια τακτική τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, στό καθολικό τῆς Μονῆς.

γιος γνάτιος Θεοφόρος, (Α΄ αἰώνας μ.Χ.) ἀπευθυνόμενος στούς χριστιανούς τῆς ἐποχῆς του, τόνιζε ὅτι «πρέπει λοι ο πιστοί τῆς κάθε τοπικς κκλησίας (νορίας) νά συναντνται σέ μία Εχαριστία, νά συναθροίζονται γύρω πό μία τράπεζα καί νά πίνουν πό να Ποτήριο».

Ἅγιος Εαγγελιστής Λουκς περιγράφοντας στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων τήν ζωή τῆς πρώτης Χριστιανικῆς «νορίας», τῆς κοινότητας τῆς Ἱερουσαλήμ, μετά τήν Πεντηκοστή, γράφει: «σαν προσκαρτεροντες τῇ διδαχῇ τν ποστόλων, καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει το ρτου καί τας προσευχας. Πάντες δέ ο πιστεύοντες σαν πί τό ατό καί εχον παντα κοινά». (Πράξ. Β΄ 42-44) Ἀκόμη δέ, «το πλήθους τν πιστευσάντων ν καρδία καί ψυχή μία». (Πράξ. Δ΄ 32)

Ἡ καθολική Ἐκκλησία ἐνεργεῖ σέ ἕνα συγκεκριμένο χῶρο, στήν νορία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πνευματική μας οἰκογένεια.

Στή μήτρα – κολυμβήθρα τς νορίας μας γεννηθήκαμε καί στή ζωή τς νορίας μας ναγεννώμασθε στό λειτουργικό γίνεσθαι.

κκλησία εναι νορία, καί συνιστ τόν Ναό ς τό κέντρο της, τόν κατεξοχήν χρο της.

Στόν Ναό τς νορίας βαπτιζόμαστε, χριόμαστε, κατηχούμαστε, συμπροσευχόμαστε, κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἐκεῖ προσερχόμαστε κατά τίς μεγάλες γιορτές τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων, (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, Μεγάλη Ἑβδομάδα, Πάσχα, Πεντηκοστή, Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, Χαιρετισμοί, Παρακλήσεις, γιορτή τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί τῶν ὀνομαστικῶν μας Ἁγίων).

Ἐκεῖ γίνονται ὁ γάμος μας, ἡ κηδεία μας, τά μνημόσυνά μας. Ἐκεῖ ζοῦμε τίς χαρές καί τίς λύπες, τίς δικές μας καί τῶν ἄλλων. Ὅλων τῶν ἐνοριτῶν.

νορία εἶναι ἡ εὐχαριστιακή οἰκογένεια, ὅπου λοι ο νορίτες εναι τά δέλφια, μέ ὅλες τίς πνευματικές καί κοινωνικές καί οἰκονομικές προεκτάσεις. Μέ τά προτερήματα ἤ καί μειονεκτήματα ὁ καθένας. Ἀντιλαμβανόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, συμπαραστεκόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἀλληλοβοηθούμαστε. Δημιουργοῦμε τό κοινωνικό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας.

νορία γίνεται ὁ χῶρος τῆς σαρκώσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία γιά τόν χριστιανό τοῦ κόσμου γίνεται πατρίδα. Κάθε ἀπομάκρυνση ἀπό τήν νορία εἶναι ξενιτειά. Χωρίς νορία, ὅλα εἶναι ἕνας ἱερός ἰδεαλισμός.

Στήν νορία πορευόμαστε ἀπό τήν ὕπαρξη στήν συνύπαρξη, ἀπό τό ἐγώ στό ἐσύ, ἐπειδή ἡ πραγματική πνευματικότητα ἀρχίζει ὅταν μπαίνει στή ζωή μας « ξένος», ὁ διαφορετικός. Ὅταν μπαίνουν οἱ πάντες, καί οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες καί τά παιδιά καί οἱ γέροντες καί οἱ ζωντανοί καί οἱ κεκοιμημένοι. Ὅλοι αὐτοί, μᾶς κάνουν οἰκείους μέ τήν αἰώνια ζωή.

Στήν νορία βλέπουμε ὅλους τούς ἐνορίτες ὡς συνοδοιπόρους καί ὄχι ὡς ἀπειλή. Ὅταν πηγαίνω ἀλλοῦ νά ἐκκλησιασθῶ, νά προσευχηθῶ ἤ νά κοινωνήσω, ἐπειδή δέν θέλω νά βλέπω τόν συνενορίτη μου, τότε ζῶ μία κόλαση καί ὄχι τόν Παράδεισο, ὅπως διεκήρυττε ὁ ἄθεος Γάλλος φιλόσοφος Ζάν Πώλ Σάρτρ.

Νά προσέξουμε πολύ. Ἡ νοριακή πίστη εἶναι αὐτή: λλος, εναι πλησίον μου, εἶναι Παράδεισός μου καί χι κόλασή μου. Εναι πατέρας μου, ερέας. Εναι τά δέλφια μου καί ο δελφές μου, ο εροψάλτες, ο νεωκόροι, ο πίτροποι, ο σχολούμενοι μέ τό ργο τς φιλανθρωπίας, ο κυρίες καί ο κοπέλες πού φροντίζουν γιά τήν καθαριότητα το Ναο, τόν καλλωπισμό, τά πρόσφορα, τά κόλλυβα, τά κεράσματα, τή μουσική, τίς ποικίλες ἐκδηλώσεις. Εναι τά παιδιά τν κατηχητικν, τά παπαδάκια. λοι στήν νορία εμαστε μία ν Χριστ οκογένεια, που λοι μαζί, βοηθώντας νας τόν λλο, βαδίζουμε τόν δρόμο πρός τήν σωτηρία, πρός τήν θέωση.

νορία εἶναι «ργαστήριο γιότητος», ὅπως ἤθελε τήν κκλησία ὁ Ἱερός Χρυσόστομος.

Ὁ στόχος θά πρέπει νά εἶναι τό πς Ναός νά γίνει τό πόλυτο κέντρο ζως τς νορίας. Ἐκεῖ, μέ τή μετοχή μας στή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, θά φθάσουμε ὅλοι «στήν νότητα τς πίστεως καί στήν κοινωνία το γίου Πνεύματος», ὅπου ὅλοι μαζί θά παραθέσουμε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀγκαλιά καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ πρώτου καί μεγάλου ἀδελφοῦ μας, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, θά φθάσουμε «νά πικαλούμαστε τόν πουράνιο Θεό καί νά τόν φωνάζουμε»: «Πάτερ μν», πατέρα μας!

Τελειώνοντας, θά ἤθελα νά εὐχηθῶ σέ ὅλους νά κατανοήσουμε τήν σπουδαία καί ζωτική ννοια καί πραγματικότητα τς νορίας.

Μόνον ἔτσι θά ναδειχθε κκλησία το Χριστο στόν τόπο μας καί στήν ἐποχή μας.

Ἔτσι θά φανον ο ελογίες το Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεο στόν καθένα καί σέ ὅλους μαζί.

Ἔτσι θά χαιρόμαστε λοι μ’ αὐτούς πού χαίρονται καί θά κλαμε λοι μ’ αὐτούς πού κλαῖνε.

Ἔτσι δέν θά πάρχει μέλος τς νοριακς οκογένειας, πού θά πάσχει μόνο του θά χαίρεται μόνο του.

Ἔτσι θά φανε νθρωπος, ὅπως τόν ἔπλασε καί ὅπως τόν θέλει ὁ Θεός.

Ἔτσι θά φθάσουμε λοι μαζί στή σωτηρία, στή θέωση, στή Βασιλεία τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν ἀτελεύτητη μακαριότητα, βλέποντας τόν Ἰησοῦ Χριστό «καθώς στί».

Ἔτσι θά καταισχυνθε ατός πού πολεμ τήν κκλησία, τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν, πού δέν ἐπιθυμεῖ τήν ἀγάπη, τήν εἰρήνη, τήν ἁγνότητα, τήν ἀλληλοβοήθεια, αὐτός πού δέν θέλει τήν παρουσία τοῦ ἀγαπημένου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτήρα μας.

Ἔτσι θά λάμψει ἡ Ἐνορία ὡς «φῶς ἐπί τήν λυχνίαν» καί ὡς «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη», καί θά προβάλλει διηνεκῶς τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί θά προσκαλεῖ τούς ἀνθρώπους σ’ Αὐτόν!  

Μέ πολύ μεγάλο πόθο γιά τήν ναζωπύρωση

καί τήν νδυνάμωση καί τή ζωντάνια τς νορίας μας.

Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Λ. Βασιλείου

This entry was posted in Ένα Κάθε Μήνα and tagged . Bookmark the permalink.