Ένα κάθε μήνα

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ
ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ

Ἰούνιος 2016

Ἕνα κάθε μήνα

Ἀγαπητοί μου ἐνορίτες,

Βρισκόμαστε ἀκόμη στήν ἀναστάσιμη καί χαρμόσυνη περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ζωντανός, εἶναι ἀναστημένος, μετά τήν σταύρωση καί τήν ταφή του, καί ἐμφανίζεται πολλές φορές στούς μαθητές του καί σέ ἄλλους ἀνθρώπους, ὅταν αὐτός τό κρίνει. Τελευταία φορά ἐμφανίζεται κατά τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα μετά τήν Ἀνάστασή του, μπροστά σέ περισσότερους ἀπό (500) πεντακόσιους ἀνθρώπους. Ἐνῶ συζητοῦσαν κι ἐνῶ τόν ἔβλεπαν μπροστά τους, ἄρχισε νά ἀνέρχεται σιγά – σιγά πρός τόν οὐρανό, ὥσπου τόν ἔχασαν ἀπό τά μάτια τους. Δύο ἄγγελοι πού ἐμφανίσθηκαν ἐκεῖ, τούς βεβαίωσαν ὅτι, «αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθείς εἰς τόν οὐρανόν, μέ τόν ἴδιο τρόπο θά ξαναέλθει ἀπό τόν οὐρανό».  

 Τό γεγονός αὐτό, τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ ὅλα τά ὑπόλοιπα μεγάλα γεγονότα τῆς ζωῆς του, ὀνομάζονται καί εἶναι γεγονότα ποιητικά τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Γεγονότα πού ἔφεραν τήν σωτηρία στό ἀνθρώπινο γένος. Καί αὐτά εἶναι ἡ σύλληψή Του ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τῆς Παρθένου Μαρίας, ἡ γέννησή Του, ἡ περιτομή, ἡ βάπτιση, ἡ μεταμόρφωσή Του, τά πάθη, ἡ σταύρωση, ἡ ταφή, ἡ ἀνάσταση, ἡ ἀνάληψη, ὁ ἐρχομός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν πεντηκοστή ἡμέρα ἀπό τήν ἀνάστασή Του καί ἡ δεύτερη παρουσία Του στό τέλος τῆς ἱστορίας. Ὅλα αὐτά εἶναι τά αἴτια τῆς σωτηρίας μας.

 Ἐπειδή εἶναι γεγονότα θεανθρώπινα, μεγάλης καί ἀνυπολόγιστης ἀξίας, ἔπρεπε νά τεκμηριωθοῦν, νά κατοχυρωθοῦν μέ πολλές ἀποδείξεις. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀναφέρει σχετικά γιά τόν ἀναστημένο Ἰησοῦ στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων τά ἑξῆς: «Οἷς καί παρέστησεν ἑαυτόν ζῶντα μετά τό παθεῖν αὐτόν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις». (Πράξ. Α΄ 3)

 Ἄν καί ὁ χριστιανισμός εἶναι πίστη στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, οἱ ἀποδείξεις ἔχουν σχέση πέρα γιά πέρα μέ τήν ὕλη καί τόν χρόνο. Ὁ Ἰησοῦς γιά νά πιστοποιήσει τήν ἀλήθεια τῶν γεγονότων χρησιμοποιεῖ τρεῖς βασικές ἀνθρώπινες αἰσθήσεις στούς μαθητές του. Τήν ὅραση, τήν ἀκοή καί τήν ἁφή. Σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Ὅ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν,ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὀ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς». (Α΄ Ἰωάν. Α΄ 1)

Ἐπί 40 ἡμέρες ὁ Ἰησοῦς ἦταν «Ὀπτόμενος αὐτοῖς καί λέγων τά περί τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.» Καί τόν εἶδαν καί τόν ἄκουσαν καί τόν ἔπιασαν, ἐκτός ἀπό τούς μαθητές του, καί πολλοί ἄλλοι, μετά τήν Ἀνάσταση.

Τήν τελευταία φορά ἦταν συγκεντρωμένοι περισσότεροι ἀπό πεντακόσιους (500) ἄνθρωποι. (Α΄ Κορ. ΙΕ΄ 5) Ἕνας ἐξ αὐτῶν ἦταν καί ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ὁ ὁποῖος γράφει σέ μία ἐπιστολή του πρός τούς πιστούς τῆς Σμύρνης: «Καί ἐγώ μετά τήν Ἀνάσταση τόν εἶδα σωματικά!… Καί ὅταν ἦρθε στή συντροφιά τοῦ Πέτρου, τούς εἶπε: Λάβετε, ψηλαφήσατέ με καί ἴδετε, ὅτι οὐκ εἰμί δαιμόνιον (πνεῦμα) ἀσώματον. Καί ἀμέσως τόν ἄγγιξαν καί πίστεψαν… Γι’ αὐτό περιφρόνησαν καί τόν θάνατο, καί τόν πάτησαν».

 Ἀλλά καί λίγο πρό τῆς Ἀναλήψεως, συζητοῦν οἱ μαθητές μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, τούς δίνει ἐντολές καί τούς λέγει, «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ, καί ἐν πάση τῆ Ἰουδαία καί Σαμαρεία καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». (Πράξ. Α΄ 8)

Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἐπίσης, περιγράφει μία ἀπό τίς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου, πολύ παραστατικά.

 «Ταῦτα δέ αὐτῶν λαλούντων, αὐτός ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσω αὐτῶν καί λέγει αὐτοῖς, εἰρήνη ὑμῖν. Πτοηθέντες δέ καί ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν, καί εἶπεν αὐτοῖς, τί τεταραγμένοι ἐστέ καί διατί διαλογισμοί ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; Ἴδετε τάς χείρας μου καί τούς πόδας μου, ὅτι αὐτός ἐγώ εἰμί, ψηλαφήσετέ με καί ἴδετε, ὅτι πνεῦμα, σάρκα καί ὀστέα οὐκ ἔχει, καθώς ἐμέ θεωρεῖτε ἔχοντα. Ἔτι δέ ἀπιστούντων ἀπό τῆς χαρᾶς καί θαυμαζόντων, εἶπεν αὐτοῖς, ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; Οἱ δέ ἐπέδωκαν αὐτῶ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καί ἀπό μελισσίου κηρίου, καί λαβών ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν», (Λουκ. ΚΔ΄ 36-43). Τόν ἔβλεπαν, τούς ὁμιλοῦσε καί τόν ἄκουγαν, τόν ψηλάφησαν, τούς ζήτησε κάτι φαγώσιμο καί ἔφαγε μπροστά τους ψάρι ψημένο καί κηρήθρα μέ μέλι. Ὅλα αὐτά μπροστά σέ ὅλους!

 Ἐπίσης, ὁ ἴδιος Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων περιγράφει τήν Ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στό ὅρος τῶν ἐλαιῶν λεπτομερέστατα καί λέγει: «Καί ταῦτα εἰπών, βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καί νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καί ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τόν οὐρανόν, πορευομένου αὐτοῦ, καί ἰδού ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῆ, οἵ καί εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἐστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ’ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν.» (Πράξ. Α΄ 9-11)

Τόν ἔβλεπαν συνεχῶς, νά ἀνεβαίνει σιγά – σιγά πρός τόν οὐρανό. Καί αὐτή ἡ εἰκόνα τούς ἔμεινε γιά ὅλη τους τή ζωή. Σημάδεψε ζωηρά τή ζωή τους.

Ὑπάρχουν καί ἄλλες πολλές ἀποδείξεις, πολλά τεκμήρια, καταγεγραμμένα στήν Καινή Διαθήκη, ὅμως ὁ κόσμος δέν πιστεύει. Δέν θέλει νά πιστέψει. Δέν μπορεῖ νά πιστέψει. Γιατί ἄραγε; Εἶναι ἐπειδή τούς λείπει κάτι.

Στό γεγονός τῆς τελευταίας ἐμφανίσεως, πού περιγράφει ὁ Λουκᾶς, σημειώνει κάτι πολύ σημαντικό, τό ὁποῖο πιθανῶς δέν τό δίνουμε καί τόση σημασία. Γράφει ὁ Λουκᾶς: «τότε διήνοιξεν (ὁ Ἰησοῦς) αὐτῶν τόν νοῦν, τοῦ συνιέναι τάς γραφάς». (Λουκ. ΚΔ΄ 45) Τούς ἄνοιξε τό νοῦ τους, (σάν νά ἦταν κάπου κλεισμένος καί σκοτεινός) γιά νά καταλάβουν τίς Ἅγιες Γραφές, τί ἔγραφαν οἱ προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη, γιά τόν ἐρχόμενο Μεσσία.

Καί τό ἔκανε αὐτό ὁ Ἰησοῦς, ἐπειδή ἔβλεπε τήν ἀδολότητα τῆς καρδιᾶς τους, τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς τους, τήν ἀγαθή προαίρεσή τους. Θά ρωτοῦσε κάποιος, γιατί δέν τό ἔκανε καί στούς Φαρισαίους καί τούς ἄλλους ἄπιστους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Δέν τό ἔκανε, ἐπειδή εἶχαν πολλή κακία καί μῖσος καί φθόνο. Ἐπειδή γνώριζε ὅτι δέν θά πίστευαν, καί μέ τήν συνεχιζόμενη ἀπιστία τους θά ἐπιβάρυναν περισσότερο τόν ἑαυτό τους καί ἡ κόλαση θά ἦταν ὀδυνηρότερη. Μέ τήν στάση τους αὐτή δέν ἦταν δεκτικοί τοῦ θείου φωτισμοῦ καί τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δικές του δυνάμεις εἶναι ἀνίκανος νά κατανοήσει ἐκεῖνα πού τοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. Ἄν, ἀγαπητοί μου, δέν ἀνοίξει ὁ Θεός τό νοῦ μας, καί ἄν δέν ἔλθει ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τίποτα ἀπό τά θεῖα πράγματα, ὅσες ἀποδείξεις κι ἄν ἔχουμε.

Τά ποιητικά τῆς σωτηρίας μας, τά γεγονότα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀπό Γέννησή του ὡς τήν Ἀνάληψή του στόν οὐρανό καί τόν ἐρχομό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο εἶναι κατατεθημένα στήν Ἁγία Γραφή, εἶναι τεκμηριωμένα μέ πολλές ἀποδείξεις. Καί μέσα στούς αἰῶνες, δύο χιλιάδες χρόνια, μέσα στόν ἅγιο χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί διά τῆς πίστεως σ’ αὐτά,  ἔχουν σωθεῖ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων.

Αὐτό πού μένει, γιά νά σωθοῦμε κι ἐμεῖς, εἶναι νά εἴμαστε ἄνθρωποι πιστοί μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας ἀγαθή προαίρεση, καί καθαρή καί ἄδολη καρδιά.

Τό εὔχομαι γιά ὅλους μέ πολλή ἐν Χριστῶ ἐπιθυμία

ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Λ. Βασιλείου

ΕΝΑ ΚΑΘΕ ΜΗΝΑ ΙΟΥΝΙΟΥ   (PDF)

This entry was posted in Ένα Κάθε Μήνα and tagged . Bookmark the permalink.