Ένα κάθε μήνα

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ
ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ

Μάϊος 2016

Ἕνα κάθε μήνα

Ἕνα πρόσωπο, τό ὁποῖο μέ τήν συμπεριφορά του ἀπέναντι στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχει προβληματίσει πολλούς, εἶναι ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς, ὁ λεγόμενος δίδυμος. Τό ἀπόγευμα τῆς πρώτης ἡμέρας πού ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς, ὁ Θωμᾶς ἔλειπε. Ὅταν ἐπέστρεψε, ὅλοι τοῦ ἔλεγαν ὅτι εἶδαν τόν Ἰησοῦ ζωντανό. Ἐκεῖνος δέν μποροῦσε νά τό πιστέψει. Ἔφερε τίς ἀντιρρήσεις του καί εἶπε ὅτι ἄν κι ἐκεῖνος δέν τόν ἔβλεπε ζωντανό καί νά τόν ἀκουμπήσει μέ τά χέρια του, δέν θά μποροῦσε νά δεχθεῖ τά λόγια τους ὡς ἀληθινά.

Πραγματικά, ὁ Χριστός ἐμφανίζεται τήν ὄγδοη ἡμέρα, παρόντος καί τοῦ Θωμᾶ. Ὁ Χριστός τόν προσκαλεῖ καί τόν προκαλεῖ νά τόν ἀκουμπήσει, νά τόν πιάσει. Ἐκεῖνος τόν πιάνει καί στή συνέχεια ἀναφωνεῖ: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Τελικά, ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, μέ τήν ὅλη στάση του ἀπέναντι στόν ἀναστημένο Ἰησοῦ, ὑπῆρξε ἄπιστος;

Ἡ θέση τοῦ Θωμᾶ, πραγματικά, στάθηκε ἀκροβατική, σ΄ ἕνα σταυροδρόμι πίστεως καί ἀπιστίας. Ὁ Χριστός ἀποκαλύπτει τήν κατάσταση τοῦ Θωμᾶ μέ ἕνα ρῆμα, «Μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός». Αὐτό τό «γίνου» ἐκφράζει τήν κατάσταση τοῦ Θωμᾶ. Δέν εἶπε «μήν εἶσαι», ἀλλά «μή γίνου». Ὡς νά εἶναι τό θέμα τῆς πίστεως ἤ τῆς ἀπιστίας μία πορεία, ἕνα γίγνεσθαι, ἕνα γίνωμα.

Καί πραγματικά ἡ πίστη ἤ ἡ ἀπιστία εἶναι μία πορεία. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἤ πιστός ἤ ἄπιστος. Μπορεῖ νά ἀνεβαίνει ἤ νά κατεβαίνει ἡ στάθμη τῆς πίστεώς του. Κάποτε εἶπαν οἱ μαθητές στόν Ἰησοῦ: «Κύριε πρόσθες ἡμῖν πίστιν». Ἡ πίστη, λοιπόν, εἶναι κάτι τό εὐπαθές, καί ἄν ὁ Θεός δέν μᾶς στηρίξει, τή χάνουμε.

Ὁ Θωμᾶς, μετά πού εἶδε τόν Ἰησοῦ καί τόν ψηλάφησε, ἔκπληκτος ἀναφώνησε καί εἶπε. «Ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Καί τοῦ ἁπαντᾶ ὁ Χριστός: «Πίστεψες ἐπειδή μέ εἶδες. Ὅμως, πιό εὐτυχεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, πού δέ θά μέ ἰδοῦν ἀλλά θά μέ πιστέψουν».

 Σέ ἕνα τροπάριο τοῦ Ἑσπερινοῦ βρίσκουμε ἕνα περίεργο σχῆμα. Εἶναι ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στή στάση τοῦ Θωμᾶ, πῶς στάθηκε, δηλαδή, ἐκεῖνος ἀπέναντι στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τί γράφει; «Ὤ, καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ! Τῶν πιστῶν τάς καρδίας εἰς ἐπίγνωσιν ἦξε». Ὤ, καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ! Αὐτή ὁδήγησε τίς καρδιές τῶν πιστῶν στήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἀναστημένου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἔγινε ἡ ἀφορμή νά γνωρίσουν καλύτερα, ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Γνωρίζουμε, ὅμως, ὅτι ἡ ἀπιστία εἶναι κακό. Πῶς ὁ ὑμνογράφος τήν ὀνομάζει καλή; Ἐδῶ ὑπάρχει μία συγκεκριμένη περίπτωση. Εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἀμφιβολία του νά πιστέψει στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ διδασκάλου του, (δέν τό χωροῦσε τό μυαλό του) μᾶς ὁδήγησε, ἐμᾶς τούς μετέπειτα πιστούς, νά πιστέψουμε στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μέ σιγουριά.

Ὥστε, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει καί καλή ἀπιστία καί κακή ἀπιστία; Βεβαίως. Τί εἶναι, ὅμως, ἡ καλή ἀπιστία; Εἶναι ἐκείνη πού ἀποκλείει τήν εὐπιστία. Ἡ εὐπιστία δέν εἶναι ἀρετή, δέν εἶναι πίστη. Δέν εἶναι κάτι τό γνήσιο. Τό νά πιστέψει κάποιος, νά ἀποδεχθεῖ μέ πολλή ἀφέλεια, μέ ἁπλοϊκότητα, ὄχι μέ ἁπλότητα, ἀλλά μέ κουταμάρα, χωρίς νά ἐξετάσει τίποτα, αὐτό εἶναι ἀνοησία, αὐτό δέν εἶναι πίστη. Ἡ καλή ἀπιστία ἔχει αὐτό τό θετικό στοιχεῖο, ἀποκλείει τήν εὐπιστία.

Ὁ χριστιανισμός δέν θέλει ὀπαδούς εὔπιστους, θέλει πιστούς πραγματικούς. Ἡ εὐπιστία εἶναι κακία, δέν εἶναι ἀπ’ τό Θεό. Καί ἄν ὑπάρχει, πρέπει νά τήν ἀποβάλλουμε. Μπορεῖ κάποιος νά θέλει κάποια στοιχεῖα, γιά νά στηριχθεῖ στήν Ἁγία Γραφή, στήν πίστη. Πρέπει νά τοῦ δοθοῦν, καί αὐτά ὑπάρχουν.

Ἔτσι, ἡ καλή ἀπιστία, ἐνῶ ἀποκλείει τήν εὐπιστία, δέν ὀρθολογίζει. Ὀρθολογισμός εἶναι νά θέλω νά καταλάβω μέ τό νοῦ μου, μέ τήν λογική μου, νά δοκιμάσω μέ τίς αἰσθήσεις μου, αὐτό πού καλοῦμαι νά πιστέψω. Αὐτό, ὅμως, δέν εἶναι πίστη. Εἶναι ὀρθολογισμός.

Ἀκόμη, ἡ καλή ἀπιστία, προϋποθέτει μία καλοπιστία, ἡ ὁποία εἶναι τό ἀντίθετο τῆς κακοπιστίας. Εἶναι γνωστό τό ρητό: «Οὐ μέ πείσεις κἄν μέ πείσης». Ὁ καλόπιστος ἄνθρωπος δέν εἶναι ὁ βολικός ἀλλά αὐτός, πού ἀφοῦ θά καταλάβει, ἀφοῦ θά ἀποδεχθεῖ, τότε θά πιστέψει. Δέν ἔχει λόγους νά μή πιστέψει. Αὐτό, ὅμως, προϋποθέτει ἀγαθή προαίρεση. Ὁ ἄνθρωπος πού διαθέτει πραγματικά ἀγαθή προαίρεση εἶναι καί καλόπιστος ἄνθρωπος.

Γι’  αὐτό τό λόγο μία τέτοια καλή ἀπιστία μπορεῖ νά προέλθει ἀπ’ τίς ἑξῆς αἰτίες: Πρῶτα – πρῶτα ἀπό μία παρανόηση. Ὑπάρχει περίπτωση νά μήν καταλάβει κάποιος καλά καί νά ρωτᾶ καί νά ξαναρωτᾶ. Ἀκόμη ἀπό ἄγνοια. Δέν τό γνωρίζει. Τοῦ τό δείχνεις καί τό μαθαίνει, καί λέει: «Ἄν εἶναι ἔτσι, ἄν τό λέει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τότε τό πιστεύω». Μπορεῖ, ἐπίσης, ἀπό ζῆλο «οὐ κατ’ ἐπίγνωση». Παραδείγματος χάριν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δίωκε τήν Ἐκκλησία ὑπερασπιζόμενος τόν Ἀληθινό Θεό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὅταν, ὅμως, τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀλήθεια περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε σταμάτησε τόν διωγμό καί ἔγινε Ἀπόστολος. Αὐτό ἔγινε ἐπειδή εἶχε ἀγαθή προαίρεση.

Ἐδῶ ἔχουμε αὐτή τήν καλή ἀπιστία, πού ἀποκλείει τήν εὐπιστία, ἀποκλείει τήν ἀφέλεια καί ὁδηγεῖ στήν ἔρευνα, τήν καλῶς νοούμενη ἔρευνα. Ὄχι ἐκεῖνο τό ἀνόητο, καί φυσικά ἔξω ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, «Πίστευε καί μή ἐρεύνα», πού λένε οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδή δέν ἔχουν οὔτε τόν καιρό, οὔτε τή διάθεση νά ἐρευνήσουν ἐκεῖνο τό ὁποῖο θά πιστέψουν.

Ὅταν πρόκειται νά ἀγοράσουμε ἕνα σπίτι, ἕνα χωράφι, ἕνα αὐτοκίνητο, ὁ, τιδήποτε, ἐρευνοῦμε, ψάχνουμε τίς λεπτομέρειες, μή δώσουμε τζάμπα τά λεφτά μας. Ἐκεῖνο πού θά στερεώσει ὁλόκληρη τή ζωή μας, αὐτό πού λέγεται «πίστη», αὐτό δέν πρέπει νά τό ἐρευνήσουμε; Βεβαίως. Ὄχι, ὅμως, ὀρθολογιστικά, νά ἀρχίσουμε νά λέμε: «Καί ποῦ τό ξέρω αὐτό;», «Καί ποιός εἶναι αὐτός πού τό λέει;» καί «Ποῦ εἶναι τό ἕνα;» καί «Ποῦ εἶναι   τό ἄλλο;» Ἀλλά, πῶς; Νά καθίσω νά διαβάσω, νά ἀποκτήσω τή γνώση τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεώς μας, νά μελετήσω τήν Ἁγία Γραφή, νά ἐμβαθύνω, νά ἐρευνήσω. Νά καθίσω νά ἀκούσω τό Λόγο τοῦ Θεοῦ, νά βρῶ τούς «εἰδήμονες», κατά τόν Σωκράτη, νά μάθω τήν πίστη μου, νά τήν κάνω κτῆμα μου. Νά περάσει ἀπό τό τυπωμένο χαρτί μέσα στήν καρδιά μου. Ἀπό τά λόγια τοῦ ὁμιλητῆ νά ’ρθεῖ νά γίνει ζωή μέσα στήν ὕπαρξή μου. Αὐτό τό καλό ἔχει ἡ καλή ἀπιστία.

Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς δέν ἦταν ἄπιστος. Δέν ἦταν εὔπιστος. Δέν ἦταν ὀρθολογιστής. Δέν ἦταν ἀφελής καί ἀνόητος. Δέν ἦταν κακόπιστος. Ἦταν καλόπιστος. Εἶχε ἀγαθή πραίρεση. Εἶχε τήν καλή ἀπιστία. Ἤθελε κάποια τεκμήρια, κάποιες ἀποδείξεις, γι’ αὐτό τό ἀπρόσμενο καί ἀνήκουστο γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ διδασκάλου του, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ὅταν τίς ἀπέκτησε, τότε πίστεψε. Δέν παρέμεινε σέ κάποια ἐγωιστική ἀρνητικότητα.

Ἄς ἔχουμε κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, αὐτήν τήν καλή ἀπιστία, ὅπως ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς, μαζί μέ ἀγαθή προαίρεση καί μέ καλοπιστία, καί ἔτσι ἡ πίστη μας συνεχῶς θά αὐξάνεται, γνωρίζοντας ὅλο καί πιό πολύ τό Θεό.

Μέ τήν εὐχή νά εἴμαστε καλοπροαίρετοι καί καλόπιστοι

ὁ πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Λ. Βασιλείου

This entry was posted in Ένα Κάθε Μήνα, Επικαιρότητα. Bookmark the permalink.