Εγκύκλιος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης επί τη Κυριακή της Σαμαρείτιδος

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ ΠΑΥΛΟΣ.ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ

Ἐγκύκλιος

ἐπὶ τῇ Κυριακῇ τῆς Σαμαρείτιδος

Πρός
τόν Ἱερό Κλῆρο καί τόν εὐσεβῆ Λαό
τῆς Μητροπόλεως μας

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Χριστὸς Ἀνέστη!

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή μᾶς μιλάει γιὰ τὴ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα. Μέσα ἀπὸ τὸ διάλογο αὐτὸ φαίνεται ἡ πνευματικὴ ἀναζήτηση τῆς Σαμαρείτιδας καὶ βλέποντας ὁ Κύριος τὴ διάθεσή της, τὴ βοηθάει νὰ πάει παραπέρα, νὰ προχωρήσει πνευματικά.
Τὸ σημαντικότερο ἴσως γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. Αὐτὸς ὁ πόθος νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, ἀγγίζει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ θυσιάσει τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ τὸ θέλημά του, τὰ πάντα, γιὰ τὴν εὕρεση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας.
Ἡ Σαμαρείτιδα ἀπὸ τὴ μιὰ ἀναζητοῦσε τὴν ἀλήθεια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ζοῦσε μέσα στὴν ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία φαίνεται σὰν κάτι τὸ φυσιολογικὸ ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲ γνωρίζει, δὲ γεύεται τὴν ἀλήθεια. Ὅταν δὲν τοῦ ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια, ὅλο αὐτὸ τὸν πόθο, ὅλη αὐτὴ τὴν ἔφεση τῆς ψυχῆς του γιὰ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας τὴ στρέφει στὴν ἁμαρτία. Ὁπότε, ἢ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ ζεῖ ἁμαρτωλά, ἢ τὴν ψάχνει καὶ ἐπειδὴ δὲν τοῦ ἱκανοποιεῖται αὐτὸς ὁ πόθος καὶ δὲν ἀναπαύεται ἐσωτερικά, ὁδηγεῖται στὴν ἁμαρτία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἀλήθεια, τὴν ποθεῖ καὶ τὴν ψάχνει μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις, ψυχικές, πνευματικὲς ἀλλὰ καὶ σωματικές, τότε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος γιὰ νὰ δουλέψει ὁ Θεὸς πάνω του.
Ἄρα, μένουμε νεκροὶ ἐσωτερικά, ἐπειδὴ εἴμαστε τελείως ἀδιάφοροι, μὲ ἐνδιαφέροντα χαμηλά, προσωρινά, ἐφήμερα, ὑλικά. Γιὰ νὰ μπορέσει ὁ Θεὸς νὰ δουλέψει μαζί μας, πρέπει νὰ Τοῦ δώσουμε τὶς προϋποθέσεις. Καὶ οἱ προϋπόθεση εἶναι νὰ Τὸν ἀναζητοῦμε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις. Ὅλη μας ἡ θέληση καὶ ἡ ἐλευθερία νὰ εἶναι προσανατολισμένες ἐκεῖ. Αὐτὸ εἶναι καὶ κριτήριο τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ζωντανοῦ ἀνθρώπου. Τὸν Κύριο οὔτε Τὸν προβλημάτιζε, οὔτε τὸν ἐμπόδιζε ἡ ἀνηθικότητα, οὔτε «σκανδαλιζόταν» ἀπὸ τὸν ἔκλυτο βίο τῆς Σαμαρείτιδας. Κανενὸς ὁ ἀνήθικος βίος δὲν ἐμποδίζει τὸν Κύριο νὰ δουλέψει στὴν ψυχή του, ἀρκεῖ ὅμως ἡ ψυχή του νὰ ἀναζητάει μὲ ὅλη της τὴ δύναμη τὴν ἀλήθεια. Ἀκριβῶς ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή, εἶναι ἀπόδειξη ὅτι δὲν βρῆκε κάποιος τὴν ἀλήθεια.
Ἔτσι λοιπόν, ὁ Κύριος καὶ ἡ Σαμαρεῖτις ἀρχίζουν νὰ μιλοῦν γιὰ θεολογικὰ θέματα. Ὁ Χριστὸς γνωρίζει ὅτι μπορεῖ νὰ φωτίσει τὴν καλοπροαίρετη ψυχή της καὶ ἀρχίζει νὰ τῆς κάνει ἁπλὲς ἐρωτήσεις μέσα ἀπὸ τὴν καθημερινότητα. Τῆς ζήτησε νερό, καὶ τῆς εἶπε ὅτι μπορεῖ νὰ τῆς δώσει τὸ ζωντανὸ νερό. Τὸ νερὸ ἐκεῖνο ποὺ δὲ φθείρεται, ποὺ δὲν τελειώνει, ποὺ δὲ δημιουργεῖ κορεσμὸ στὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ τὸν ξεδιψάει. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Χριστὸς μπαίνει σὲ μιὰ διεργασία πνευματική, προκειμένου νὰ τῆς δώσει τὶς προϋποθέσεις ἐκεῖνες, ὥστε ἡ ἴδια νὰ πεῖ «θέλω τὴν ἀλήθεια», καὶ μετὰ νὰ ρωτήσει: «Ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια»;
Ὁ Κύριος λοιπόν, ἀφήνει κατὰ μέρος τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀνηθικότητά της γιατὶ βλέπει βαθύτερα. Διότι ἡ ἁμαρτία της δὲν ἦταν ἕνα κυρίαρχο γεγονὸς στὴν ψυχή της. Ἡ ἁμαρτία κυριαρχεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀμφιταλαντεύεται ἀγνοώντας ποῦ βρίσκεται ἡ ζωή. Ἔτσι ἀναγκαστικά, ψάχνει κάπου νὰ σταθεῖ. Ἄλλο ὅμως εἶναι νὰ ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος συνειδητὰ καὶ νὰ λέει ὅτι «ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ζωή μου», κι ἄλλο εἶναι νὰ προσπαθεῖ ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ νὰ πιαστεῖ καὶ κάποιες φορὲς νὰ κλίνει πρὸς τὴν ἁμαρτία ἐπειδὴ δὲν βρῆκε τὴ «ζωὴ».
Γνωρίζει ὁ Χριστὸς τὴν καλὴ διάθεση τῆς Σαμαρείτιδας καὶ προχωράει πάρα πέρα. Τῆς ἐξάπτει αὐτὸν της τὸν πόθο γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνα πρόβλημα. «Καλά, ἐγὼ τὸν ρωτῶ τέτοια πράγματα, ἀλλὰ ποῦ νὰ ξέρει ἐκεῖνος τὴ ζωή μου»; Ὁ Κύριος πῶς προσπαθεῖ νὰ τῆς δώσει θάρρος; Τῆς ζητάει κάτι, ὥστε κι αὐτὴ μετὰ νὰ Τοῦ ζητήσει κάτι.Τῆς δίνει μάλιστα καὶ τὴν αἴσθηση ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκείνη σ’Αὐτόν, ἀλλὰ Ἐκεῖνος σ’αὐτήν, μὲ τὸ νὰ τῆς ζητήσει νὰ τοῦ δώσει νὰ πιεῖ νερό. Ἔτσι, αἰσθάνεται ἡ Σαμαρεῖτις ὅτι κάτι καλὸ μπορεῖ νὰ κάνει καὶ ἐπίσης ὅτι μπορεῖ μὲ ἐλευθερία καὶ ἄνεση νὰ ἐπικοινωνήσει μαζί Του.
Γιὰ νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσεγγίσει τὴν ἀλήθεια ποὺ ἀναζητᾶ, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ κερδίσει τὴ σωτηρία ποὺ ποθεῖ, πρέπει νὰ μὴ χάσει τὶς ἐλπίδες του. Νὰ νοιώθει ὅτι ἀξίζει γιὰ τὴν Ἀλήθεια, ἀξίζει γιὰ τὸν παράδεισο. Νὰ ἔχει δηλαδὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀναζήτηση γιὰ τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν ἐλπίδα μαζί. Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα ὁ Χριστὸς τὴ δημιουργεῖ μὲ τὸ νὰ τῆς ζητήσει κάτι. Ἐγὼ μπορῶ νὰ δώσω κάτι; Ἀφοῦ μπορῶ κι ἐγὼ νὰ δώσω κάτι, νὰ προσφέρω κάτι σημαντικό, νὰ δώσω λίγη ἀγάπη, ἄρα ἔχω ἀξία. Ἀφοῦ ἔχω ἀξία, ἄρα μπορῶ νὰ ἀναφέρομαι καὶ στὰ ὑψηλότερα ζητήματα. Τὴν ἐνθαρρύνει λοιπὸν ὁ Χριστός, δίνοντάς της αὐτὴ τὴν προσωπικὴ ἀξία.
Θέλεις λοιπὸν νὰ σώσεις τὸν ἄλλον ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ στὴν ἁμαρτία; Δῶσε του ἕναν τρόπο νὰ ἐλπίσει. Τί σημαίνει ἐλπίδα; Σημαίνει νὰ πιστέψει ὅτι κάτι καλὸ μπορεῖ νὰ κάνει καὶ κάτι καλὸ ἔχει μέσα του, κάποια ἀξία ἔχει μέσα του καὶ νὰ τὸ πιστεύεις κι ἐσὺ αὐτό. Κάτι ὄμορφο ἔχει ὁ ἄνθρωπος μέσα του. Δὲν σώζεις τὸν ἄνθρωπο ἂν φανερώνεις διαρκῶς τὶ κακὸ ἔχει μέσα του. Πέρα ἀπὸ τὸ κακό, πρέπει νὰ φανερώνουμε καὶ τὶ καλὸ ἔχει μέσα του, ὥστε αὐτὸ τὸ καλὸ νὰ ξεκινήσει καὶ νὰ προχωρήσει πρὸς τὸ καλύτερο.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἐσωτερικὸ ἐρώτημα τῆς Σαμαρείτιδος: «Καλά, μοῦ ζητάει ὁ Χριστὸς ἐμένα κάτι σημαντικὸ νὰ τοῦ δώσω, λίγο νεράκι, λίγη ἀγάπη, γιατὶ πιστεύει ὅτι μπορῶ νὰ τοῦ δώσω ἀγάπη, γιατὶ πιστεύει ὅτι ἔχω εὐγένεια μέσα μου καὶ μιὰ ὀμορφιὰ ποὺ δὲ χάθηκε ἀκόμα, ἀλλὰ ποῦ νὰ ξέρει γιὰ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή μου»; Τὴν ἤξερε τὴ ζωή της ὁ Χριστός, γι’αὐτὸ τῆς λέει ὕστερα: «Φώναξέ μου τὸν ἄνδρα σου». «Δὲν ἔχω ἄνδρα». «Ξέρω, πέντε ἔχεις, κι αὐτὸς ποὺ ἔχεις τώρα, πάλι ἄνδρας σου δὲν εἶναι». «Ἄρα», σκέφτεται ἡ Σαμαρεῖτις, «ξέρει τὴ ζωή μου, ξέρει τὰ πάντα κι ὅμως πιστεύει ὅτι κάτι καλὸ μπορῶ νὰ κάνω»! Μὲ τὸ διάλογο βγαίνει στὴν ἐπιφάνεια αὐτὸς ὁ πόθος τῆς καρδιᾶς της, ποὺ ποτὲ δὲν τὸν εἶχε συνειδητοποιήσει, ποὺ ποτὲ δὲν τὴν εἶχε συγκλονίσει καὶ ποὺ αὐτὸ ἦταν ἡ αἰτία νὰ πέφτει στὴν ἁμαρτία.
Αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς τρώει ὅλους μας. Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια; Σὲ μᾶς δὲν ἀποκαλύφθηκε ποτὲ προσωπικά, βιωματικά. Ἂς ἀφήσουμε τὰ λόγια καὶ κηρύγματα. Προσωπικὰ δὲ μᾶς δόθηκε ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα: «Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια»; Κι ἐπειδὴ ποτὲ δὲ μᾶς εἶπε ὁ Χριστός: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀλήθεια» καὶ δὲν μᾶς ἀποκαλύφθηκε, γι’ αὐτὸ ἁμαρτάνουμε. Ἂν εἴχαμε αὐτὴ τὴν ἀποκάλυψη μέσα μας καὶ εἴχαμε προσωπικὴ σχέση μαζί Του, θὰ κατατροπωνόταν μέσα μας τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας. Θὰ ἤμασταν ἀνίκανοι νὰ ἁμαρτήσουμε, γιατὶ θὰ εἴχαμε βρεῖ πληρότητα στὴ ζωή μας.
Τῆς ἀποκαλύπτεται λοιπόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας ποὺ ζητοῦσε. Τότε τί κάνει; Παρατάει τὰ πάντα, τὶς ἁμαρτίες της, τοὺς ἄνδρες της καὶ γίνεται αὐτὴ ἡ Ἁγία ποὺ γιορτάζουμε, «Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Σαμαρεῖτις!
Μακάρι νά ἀκολουθήσουμε τά βήματα Της.

Μέ Ἀναστάσιμες εὐχές
Ὁ Ἐπίσκοπος Σας

ο Σισανίου και Σιατίστης Παύλος

This entry was posted in Επικαιρότητα and tagged . Bookmark the permalink.