Μπορεί η Θρησκεία να γεννήσει τη βία; Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλου

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣΗ ομιλία του Σεβασμιωτάτου στο διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Θρησκεία και Βία» που διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη (27-29 Απριλίου 2015)

Ἡ ματιά μου στό θέμα εἶναι ἡ ματιά ἑνός Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ καί δή ἱερωμένου. Μιά διευκρίνιση πού ἴσως βοηθήσει τήν σκέψη ὅλων. Δέν πιστεύω σέ καμμιά θρησκεία, ἀκόμη καί τήν χριστιανική. Δέν πιστεύω σέ καμμιά ἰδεολογία. Ἀγαπῶ τήν ζωή καί αὐτό μέ ὁδήγησε στήν Ἐκκλησία.

Τό ἐρώτημα γιά τό Θεό εἶναι ἕνα πανανθρώπινο ἐρώτημα. Ἡ Θρησκεία εἶναι κάτι τό ἀνθρώπινο, ἀλλά τήν ἴδια στιγμή κάτι τό πάρα πολύ σημαντικό καί ἀσφαλῶς καθόλου εὐκαταφρόνητο. Τό πλῆθος τῶν Θρησκειῶν ἐπιβεβαιώνει μιά μεγάλη ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος διαρκῶς ἀναζητᾶ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ζήσει χωρίς αὐτόν γιατί ὁ Θεός συνιστᾶ δομικό στοιχεῖο τῆς ὕπαρξης του. Ἡ θρησκευτική ἀναζήτηση ἔχει τήν ἴδια ἡλικία μέ τό ἀνθρώπινο γένος. Ἡ μαρτυρία τοῦ δικοῦ μας ἱστορικοῦ Πλουτάρχου εἶναι πολύ χαρακτηριστική.

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κάτι ἀνθρώπινο, ἀλλά μιά Θεανθρώπινη πραγματικότητα. Εἶναι πρόσκληση γιά κοινωνία τοῦ Προσωπικοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί κλήση γιά μετοχή καί ἀλληλοπεριχώρηση. Τό περιεχόμενο τῆς κοινωνίας, ἡ οὐσία τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὁ Χριστός σχολιάζοντας τήν δήλωση τοῦ Πέτρου ὅτι «ἐσύ εἶσαι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» σημείωσε ὅτι ἐπάνω σέ αὐτή τήν ἀλήθεια θά οἰκοδομήσει τήν Ἐκκλησία Του, ὄχι τήν θρησκεία του, καί ὅτι οὔτε οἱ πύλες τοῦ Ἅδη δέν θά καταλύσουν αὐτήν. Ὁ Χριστός δέν μίλησε τυχαῖα, οὔτε χρησιμοποίησε τυχαῖες λέξεις.

Εἶναι πάρα πολύ εὔκολο ἡ θρησκεία ἀπό μία ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ νά μετατραπεῖ σέ ἰδεολογία, σέ ταμπέλα, σέ προσωπικό ἀνέξοδο βόλεμα, σ’ ἕνα κατεστημένο, ὁπότε κατ’ ἀρχήν παύει νά εἶναι προσωπικό ἀγώνισμα. Γίνεται προμετωπίδα γιά ἄλλους στόχους. Τότε οἱ ἄλλοι γίνονται οἱ ἀντίπαλοι πού πρέπει ἴσως καί νά ἐξαφανιστοῦν. Ἡ βία εἶναι τό ἀποτέλεσμα καί ὁ καρπός αύτῆς τῆς διαστρέβλωσης.
Ἀναμφισβήτητα καί ἡ Ἐκκλησία ἀπό δρόμος Θεώσεως μπορεῖ νά μετατραπεῖ σέ ἰδεολογία καί εἶναι ἀπολύτως σωστό αὐτό πού ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ θρησκειοποίηση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι εὔκολο πρᾶγμα νά εἶσαι θρησκευτικός ἄνθρωπος, εἶναι πολύ δύσκολο νά εἶσαι ἐκκλησιαστικός ἄνθρωπος. Στήν πρώτη περίπτωση αὐτοδικαιώνεσαι καί τόν Θεό τόν χρειάζεσαι γιά νά πεῖ στούς ἄλλους πόσο «καλός» εἶσαι ἐσύ. Δέν διστάζεις μάλιστα νά κάνεις καί τήν σύγκριση τή δική σου μέ τούς ἄλλους γιά νά δείξεις πόσο πολύ ὑπερέχεις ἐσύ. Πρόκειται γιά τόν κλασσικό τύπο τοῦ Φαρισαίου τῆς Παραβολῆς.
Τότε ξιφουλκεῖς ἐναντίον ὅσων δέν συμφωνοῦν μέ ἐσένα, ἀπαιτεῖς ἀπό τούς ἄλλους ὅταν ἐκφράζονται νά χρησιμοποιοῦν μόνο τή δική σου γλῶσσα καί ὁρολογία. ἐπιτηδεύεσαι ἰδιαίτερα νά τοποθετεῖς «ταμπέλες» στούς ἄλλους, εἶσαι τελικά βασικός ἐκφραστής μιᾶς λεκτικῆς κατ’ ἀρχήν βίας πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τό νά ἀποκτήσει καί ἄλλες ἐκφράσεις. Ὑποτιθέμενοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί καί δῆθεν ἀγωνιστές ἐπιδόθηκαν μέ ἰδιαίτερο ζῆλο στήν ἄσκηση μιᾶς τέτοιας συμπεριφορᾶς κατά παντός διαφωνοῦντος καί δέν δίστασαν νά ἀμφισβητήσουν τήν ὀρθότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους στάσεως ἀκόμη καί ἀπό μορφές ὅπως ὁ ἅγιος Πορφύριος καί ὁ μακαριστός Γέρων Ἰάκωβος γιά νά μιλήσω μόνο γιά περιπτώσεις πού τίς γνωρίζω καλά. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά στίς εὐλογημένες αὐτές μορφές τῆς Ἐκκλησίας ποτέ δέν εἴδαμε συμπεριφορές, λόγους ἐκφράσεις καί πρό παντός μιά ἀδίστακτη νοοτροπία πού φθάνει μέχρι καί τήν συκοφαντία.
Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ὡς δρόμος ὑπέβασης τοῦ θανάτου καί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα προσωπικό ἀγώνισμα πού κατ’ ἀρχήν ἀπό τήν φύση του δέν μπορεῖ ποτέ νά στραφεῖ ἐναντίον κανενός ἄλλου ἀνθρώπου, ἀσκεῖται μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναπτύσσεται μέσα σέ μιά φιλική ἤ καί ἐχθρική κοινωνία χωρίς νά ἐξαναγκάζει κανέναν καί πού ἡ ἀντίσταση εἶναι τό μαρτύριο.
Δέν μπορεῖ λοιπόν σέ καμμία περίπτωση ἡ Ἐκκλησία νά ἔχει σχέση μέ τή βία ἤ νά ἀνέχεται τή βία σάν τρόπο διεκδίκησης ἤ ἀντιμετώπισης μεταξύ προσώπων ἤ ὑπεράσπισης τῆς πίστεως τοῦ χριστιανοῦ. Ἕναν ἄπιστο, ἕναν ἄθεο δέν μπορῶ νά τόν βρίσω στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Τόν λυπᾶμαι σάν ἄνθρωπο καί προσεύχομαι γι’ αὐτόν. Ἡ ἀντίσταση τῶν χριστιανῶν στούς πολεμίους τῆς πίστης τους, δέν ἦταν οὔτε ἡ λεκτική οὔτε ἡ σωματική βία, ἀλλά τό μαρτύριο.
Ἔχουμε δύο βασικά καί πολύ καθαρά δεδομένα. Οἱ μάρτυρες δέχθηκαν τό μαρτύριο, ἀλλά δέν ἄσκησαν καμμία βία ἀπέναντι στούς διῶκτες ὄχι γιατί δέν μποροῦσαν ἴσως, ἀλλά γιατί μιά τέτοια βία ἀκύρωνε τόν δικό τους ἀγῶνα γιά τήν θέωση. Ἴσως ἀκόμη πρέπει νά διερευνήσουμε μήπως ἡ ἀπαίτηση τῆς ὑπακοῆς ἀποτελεῖ σέ κάποιες περιπτώσεις μιά μορφή βίας μέ στόχο τήν ἐξουσία ἀπέναντι στόν ἄλλο. Ἡ ὑπακοή εἶναι πράξη ἐλευθερίας καί δέν ἐπιβάλλεται, ἀλλά ἐπιλέγεται κατ’ ἀρχήν καί ἀσκεῖται μετ’ ἐπιμελείας ἀπό τόν ἐλευθέρως ὑπακούοντα. Σήμερα στό ὄνομα τῆς ὑπακοῆς συγκροτοῦμε ὁμάδες ὑποτακτικῶν ὅπου ἡ ὑπακοή εἶναι ὑπερτέρα καί αὐτοῦ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί εὑρισκόμαστε στό κατώφλι νέων δεινῶν αἱρέσεων. Πρόκειται γιά ὁμαδοποιήσεις πού ἐπιτυγχάνονται μέσω μιᾶς βίας καί ἐξουσιαστικῆς διαθέσεως τήν ὁποία βαπτίζουμε ὑπακοή.
Οἱ νέοι Ἅγιοι καί ἀναφέρομαι μόνο σ’ αυτούς γιατί τούς γνωρίσαμε, τήν μόνη βία πού ἄσκησαν ἦταν μόνο στόν ἑαυτό τους. Ἡ ἡρεμία τους ὡς καρπός κοινωνίας μέ τόν Θεό ἀπέκλειε τήν βία. Οἱ ἅγιοι δέν ἔβρισαν οὔτε τούς ἄθεους, οὔτε τοὐς ὀλιγόπιστους, οὔτε τούς ἁμαρτωλούς, οὔτε κἄν τούς διῶκτες τους. Δέν ὑπερασπίσθηκαν τόν Θεό καί τήν ἀγάπη τους πρός Αὐτόν διώκοντας τοὐς ἀπίστους.
Τή βία τή γεννάει ἡ ἀνασφάλεια, ὁ φανατισμός, πού σημαίνει ἀρρωστημένη πίστη. Ἡ ἀληθινή πίστη ἐλευθερώνει τό πρόσωπο καί γι’ αὐτό μπορεῖ νά σέβεται καί τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου.
Ἡ βία ἐπί τῆς οὐσίας εἶναι ταυτισμένη μέ τήν ἀθεῒα γιατί ὑπερασπίζεται τόν θεοποιημένο ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου κάτω ἀπό τό ἔνδυμα τῆς ὁποιασδήποτε ἰδεοληψίας. Ἡ βία στό ὄνομα τῆς θρησκείας εἶναι ἐπίσης καρπός ἀνασφάλειας καί ψευδοῦς σχέσης, ἀπουσία ἀληθινῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό.
Ὁ Χριστός μᾶς ἔδειξε ὅτι ὁ ἀληθινός Θεός δέν ζητᾶ ὀπαδούς, ἀλλά φίλους καί οἰκείους πρός μετοχήν καί κοινωνίαν. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος καί ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ὁ ἰατρός ἐπετίμησαν μέ αὐστηρότητα ὅσους περιφρονοῦσαν τήν πίστη ἄλλων. Μπορῶ νά καταλάβω τήν βία πού ἀσκοῦν ἄλλες θρησκεῖες, ΔΕΝ θά καταλάβω ὅμως ποτέ τήν βία λεκτική ἤ ἁποιαδήποτε ἄλλη τῶν χριστιανῶν καί δή τῶν Ὀρθοδόξων.

Ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος δίνει ἕνα ὁρισμό τῆς Θρησκείας λέγοντας: «Θρησκεία καθαρά καί ἀμίαντος παρά τῷ Θεῷ καί Πατρί αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανούς καί χῆρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτόν τηρεῖν ἀπό τοῦ κόσμου». Εἶναι σημαντικό ὅτι ὁ ἅγιος Ἰάκωβος δίνει αὐτόν τόν ὁρισμό γιά νά ἐξηγήσει πόσο ἄχρηστη καί χωρίς περιεχόμενο καί πόσο κάλπικη εἶναι ἡ θρησκεία ἐκείνου πού νομίζει ὅτι θρησκεύει, ἀλλά δέν εἶναι ἱκανός νά συγκρατήσει τή γλῶσσα του. Ἀσφαλῶς ἰσχύει καί γιά ὅποιον μέ ἀσυγκράτητη γλῶσσα νομίζει ὅτι ὑπερασπίζεται τήν πίστη του ἤ τόν Θεό του. Ἀπό τήν ἄλλη τό περιεχόμενο τῆς ἀληθινῆς θρησκευτικότητας, τῆς ἀληθινῆς σχέσης μέ τόν Θεό εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς ἀγάπης καί ἡ ταπεινή διακονία τοῦ ἄλλου, ἐφόσον σύμφωνα μέ τήν πατερική διατύπωση «εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου». Ἡ ἀληθινή θρησκευτικότητα ἀσκεῖται ὡς ἀγαπητική σχέση μέ τόν προσωπικό Θεό καί στό πρόσωπο τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου πού εἶναι εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ἡ ἀληθινή θρησκευτικότητα δέν εἶναι ἰδεολογική πίστη, ἀλλά σχέση ἀληθινῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἀληθινή ἐμπιστοσύνη στόν προσωπικό Θεό δέν μπορεῖ νἀ ἀσκεῖται ὡς τυφλή πίστη, ὡς φανατισμός καί ὡς ἰδεοληψία. Ἡ ἀγάπη μου στό Θεό μεταμορφώνει τή δική μου τήν ζωή, ἀλλά ὁ ἀληθινός Θεός ΔΕΝ ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν ὑπεράσπιση τή δική μου ἤ τοῦ ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου καί μάλιστα στό ὄνομα Του. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στόν Πέτρο στόν κῆπο τῆς Γεσθημανή δέν ἐπιτρέπει τήν παραμικρή παρερμηνεία. Οἱ φονταμενταλιστές ἀπό ὅπου κι’ ἄν προέρχονται δέν μποροῦν νά μιλοῦν στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

Σήμερα ἡ θρησκευτική βία, ἡ βία στό ὄνομα τῆς θρησκείας, γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς καθαρότητας καί αὐθεντικότητάς της κάνει ἀπειλητικά τήν ἐμφάνισή της καί βρίσκεται στό κέντρο τῆς δημόσιας ζωῆς σέ ὅλο τόν κόσμο. Στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ διαπράττονται τά χειρότερα, τά εἰδεχθἐστερα ἐγκλήματα σήμερα, ἄν καί πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὑπάρχουν καί δυνάμεις πολιτικές πού χρησιμοποιοῦν τίς θρησκεῖες γιά δικό τους στόχο καί χρεώνοντάς τες μέ κάτι πού δέν τούς ἀνήκει καί δή σέ ὅλες. Κάποιοι βρῆκαν τήν ἀφορμή γιά νά κατηγορήσουν γενικά τήν θρησκεία ὡς πρόξενο βίας ἐκφράζοντας ὅμως τήν δική τους βία ἀπέναντι στή θρησκεία. Ὑπάρχουν ὅμως μελετητές τοῦ φαινομένου πού διατυπώνουν τήν ἄποψη ὅτι ἡ ἐμφάνιση συστηματικῶν μορφῶν βίας ὀφείλεται στήν ἔλευση τοῦ πολιτισμοῦ καί στήν ἀλληλοεπίδραση μεταξύ κρατικῆς ἰδεολογίας, πολιτικῆς καί θρησκείας, ἕνα περίεργο καί λίαν εὔφλεκτο μεῖγμα. Τό πρόβλημα λοιπόν εἶναι πιό σύνθετο ἀπ’ ὅ, τι φαίνεται.
Τελικά ἡ θρησκεία καί ἡ βία εἶναι δύο ἐκρηκτικές δυνάμεις πού ὅταν ἑνωθοῦνε μεταξύ τους καί ἐκδηλωθοῦν ἀρνητικά, δημιουργοῦν τρομακτικές καταστάσεις. Τό χειρότερο δέ, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὅταν οἱ δύο δυνάμεις αὐτές κατευθύνονται ἀπό ἐξωγενεῖς δυνάμεις ὅπως εἶναι ἡ πολιτική, ὁ ἐθνοφυλετισμός καθώς καί ποικίλα οἰκονομικά συμφέροντα.
Θέλω νά τελειώσω τήν σύντομη αὐτή εἰσήγησή μου μέ τόν καθαρό λόγο τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου: «Ἀποτελεῖ αὐτονόητο καί ἀπαράγραπτο δικαίωμα κάθε ἀνθρώπου νά ἀπευθύνεται ἐλεύθερα στόν Θεό του. Νά τόν τιμᾶ καί νά τόν λατρεύει σέ χώρους πού Τοῦ πρέπουν χωρίς προσκόμματα. Τό εὐρύτερο δικαίωμα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, εἶναι δικαίωμα θεμελιῶδες σέ κάθε εὐνομούμενη καί δημοκρατική Πολιτεία καί πρέπει νά χαίρει πάντα ἀναγνώρισης καί σεβασμοῦ. Ὅμως κάθε ἐκδήλωση βίας στό ὄνομα τῆς ὁποιασδήποτε Θρησκείας, ἀπ’ ὅπου καί ἐάν προέρχεται, εἶναι ἀπόλυτα καταδικαστέα, γιατί πρωτίστως προσβάλλει βαθύτατα τόν ἴδιο τόν πυρήμα τῆς Θρησκείας καί μετατρέπει πιστούς ἀνθρώπους σέ ἀθύρματα πάσης φύσεως φονταμεταλιστῶν καί καιροσκόπων, πού οὐδόλως σέβονται τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου». Μία μόνο προσθήκη δική μου. Ἄν ὁποιαδήποτε θρησκεία δέν μπορεῖ νά ἔχει τήν παραμικρή σχέση μέ τήν βία, ἄν θέλει νά εἶναι θρησκεία, αὐτό ἰσχύει ἀπόλυτα μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί πίστη καί συνιστᾶ τό ἐναντίον, δηλαδή ἀκύρωση τῆς οὐσίας Της.

This entry was posted in Επικαιρότητα and tagged . Bookmark the permalink.